Ο Περιηγητής σας είναι πολύ παλιός με αποτέλεσμα να μην είναι πλήρως συμβατός.Μάθετε περισσότερα.
×

Ιστορία της Λόφου

25 Νοεμβρίου 2015

Ιστορία της Λόφου

Η Θέση
Το χωριό Λόφου βρίσκεται 26 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Λεμεσού. Είναι κτισμένο αμφιθεατρικά πάνω στους λόφους και σε υψόμετρο 800 περίπου μέτρων. To χωριό πλέον δεν είναι απομονωμένο γιατί η οδική σύνδεση προχωρεί και πέρα από το χωριό. Ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι συνδέουν τη Λόφου με τον Ύψωνα και με το δρόμο Λεμεσού – Πλατρών στο ύψος της Άλασσας. Στα νοτιοδυτικά συνδέεται με το χωριό Άγιος Θεράποντας και μέσω ασφαλτοστρωμένου δρόμου συνδέεται με το Πέρα Πεδί.

Η Ονομασία
Το χωριό οφείλει την ονομασία του στο ότι είναι κτισμένο πάνω σε λόφους. Η αρχική του ονομασία ήταν ο Λόφος και βρίσκεται σε χρήση ως τις αρχές του 20ου αιώνα, όπως φαίνεται από τα αρχεία του δημοτικού σχολείου, όπου αναγράφεται σαν τόπος γεννήσεως των μαθητών η ονομασία “ο Λόφος”. Η αλλαγή του γένους από αρσενικό σε θηλυκό έγινε επειδή στην καθημερινή ομιλία συνοδεύεται από τη λέξη “κώμη”, της οποίας το γένος είναι θηλυκό και είναι φυσικό όταν ακούει κάποιος το όνομα της κώμης (π.χ. η κώμη της Λόφου) να θεωρεί ότι το γένος της είναι επίσης θηλυκό.
Έτσι η γενική “του Λόφου” μετατράπηκε σε θηλυκό “της Λόφου”. Από τη γενική προήλθε η ονομαστική “Η Λόφου”, ονομασία με την οποία είναι γνωστό σήμερα το χωριό.

Η Ίδρυση
Ιστορικές μαρτυρίες που να μας βοηθούν να καθορίσουμε επακριβώς τη χρονική περίοδο της ίδρυσης του χωριού δεν υπάρχουν.
Η περιοχή θα πρέπει να ήταν κατοικημένη από την εποχή του χαλκού, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την ανεύρεση αγγείων αυτής της περιόδου. Τα αγγεία βρέθηκαν στην ανατολική είσοδο του χωριού. Η άποψη που επικρατεί είναι πως το χωριό πρέπει να ιδρύθηκε στα χρόνια που προηγούνται της Φραγκοκρατίας στη Κύπρο. Έτσι ανάγεται η ίδρυση του στα χρόνια των αραβικών επιδρομών, όταν οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα παράλια για λόγους προστασίας. Πραγματικά η θέση του χωριού είναι πολύ καλή γιατί είναι κρυμμένο και παρέχει ασφάλεια. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για την ύπαρξη του χωριού τοποθετείται την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Σύμφωνα με το μεσαιωνικό χρονογράφο Λεόντιο Μαχαιρά, η Λόφου παραχωρήθηκε γύρω στα 1392 μαζί με κάποια άλλα χωριά από το Βασιλιά της Κύπρου Ιάκωβο Α, στον αδελφό του Τζανότ ντε Λουζινιάν, λόρδο της Βηρυτού.Σύμφωνα με βενετικό χειρόγραφο του τέλους του 15ου αιώνα, η Λόφου περιλαμβανόταν στον κατάλογο των κυπριακών χωριών που αποτελούσαν κτήματα του ίδιου του βασιλιά της Κύπρου.

ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
Η Λόφου στο παρελθόν ήταν ένα από τα μεγαλύτερα αμπελοχώρια της Κύπρου και, κατά συνέπεια, μεγάλες εκτάσεις περιμετρικά της κοινότητας καλύπτονταν με αμπέλια. Σήμερα, λόγω της έντονης αστυφιλίας καθώς και της μετατροπής της κυπριακής οικονομίας από γεωργική σε οικονομία υπηρεσιών, η καλλιέργεια της υπαίθρου έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό εγκαταλειφθεί. Ως εκ τούτου, μεγάλες εκτάσεις γης παραμένουν ακαλλιέργητες. Με άλλα λόγια, το μεγαλύτερο μέρος των 12,5 τετραγωνικών χιλιομέτρων της διοικητικής έκτασης της κοινότητας καταλαμβάνουν ακαλλιέργητες εκτάσεις, όπου κυριαρχεί η άγρια φυσική βλάστηση (κυρίως σπαλαθκιές, λατζιές, σχινιές, τρεμιθιές και μαζιές). Ειδικότερα, στην περιοχή της Λόφου καλλιεργούνται κυρίως τα αμπέλια οινοποιήσιμων ποικιλιών και σε πολύ μικρότερη έκταση οι αμυγδαλιές, οι ελιές, τα σιτηρά και τα νομευτικά φυτά.
Κατά το παρελθόν η καλλιέργεια της γης αποτελούσε μια από τις βασικές ενασχολήσεις των κατοίκων. Σήμερα αυτό δεν ισχύει μιας και οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία καθώς και με τον τομέα της ψυχαγωγίας και εστίασης. Με την καλλιέργεια της γης ασχολούνται πλέον αποσπασματικά απόδημοι Λόφιτες. Εντούτοις, ακόμα και η κτηνοτροφία – που αναφέρθηκε προηγουμένως ως μια από τις ασχολίες των κατοίκων- είναι σήμερα επίσης περιορισμένη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ερευνητή Πέτρου Πόρακου, το 1985 εκτρέφονταν στη Λόφου 399 κατσίκες, 40 πρόβατα και ελάχιστα πουλερικά.

Πρέπει να σημειωθεί πως η αμπελοκαλλιέργεια μέχρι τη δεκαετία του ’80 κυριαρχούσε στις γεωργικές προτιμήσεις των Λοφιτών. Σήμερα, ασχολούνται πλέον αποσπασματικά μερικοί απόδημοι Λόφιτες.

Οι κυριότεροι λόγοι της εγκατάλειψης της αμπελοκαλλιέργειας στη Λόφου ήταν, όπως και προαναφέρθηκε, η έντονη αστυφιλία, η μετατροπή της κυπριακής οικονομίας από γεωργική σε οικονομία υπηρεσιών, η προτίμηση αμπελοκαλλιεργητών και καταναλωτών στα επιτραπέζια σταφύλια, η πτώση των τιμών των σταφυλιών λόγω και του ανταγωνισμού από το εξωτερικό.

Εν αντιθέσει με την αμπελοκαλλιέργεια, η ελαιοκαλλιέργεια στη Λόφου ήταν αναπτυγμένη ανέκαθεν σε μικρό βαθμό. Το μικροκλίμα της περιοχής δεν ευνοούσε ιδιαίτερα την ελαιοκαλλιέργεια. Εξάλλου, η αμπελοκαλλιέργεια κυριαρχούσε απόλυτα στις γεωργικές προτιμήσεις των Λοφιτών. Σήμερα, η ελαιοκαλλιέργεια είναι ακόμη πιο περιορισμένη και περιορίζεται σε σποραδική συγκομιδή από απόδημους Λοφίτες.

Στη Λόφου υπάρχουν τρεις χώροι πρασίνου, οι οποίοι διαθέτουν κυπριακή βλάστηση της περιοχής όπως πεύκα, κυπαρίσσια, μερσινιές, αρτυματιές κ.ά. Την οργάνωση και συντήρησή τους ανέλαβαν από κοινού το Κοινοτικό Συμβούλιο και ο Σύνδεσμος Αποδήμων Λόφου.

Τέλος, η Λόφου ακολουθεί την τυπική πανίδα των ορεινών περιοχών της Κύπρου. Υπάρχουν τόσο μόνιμα όσο και αποδημητικά πουλιά, ερπετά όπως φίδια και σαύρες, και τα τυπικά χερσαία θηλαστικά με χαρακτηριστικότερο εξ αυτών την αλεπού.

ΛΑΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ
Περιδιαβαίνοντας κανείς στη Λόφου, εντυπωσιάζεται με την αρχιτεκτονική της. Η πυκνή δόμηση, τα ανηφορικά και κατηφορικά λιθόστρωτα δρομάκια, η ξεχωριστή τοιχοποιία των οικοδομών, τα εντυπωσιακά «Εξωπόρτια» (πύλες που οδηγούν στις αυλές παραδοσιακών σπιτιών), είναι μόνο μερικά από τα στοιχεία που «χαρίζουν» στη Λόφου μοναδική ομορφιά. Πιο κάτω παρουσιάζονται η τοιχοποιία, οι ξύλινες κατασκευές αλλά και η μορφή των σπιτιών της Λόφου.Η τοιχοποιία των σπιτιών της Λόφου αποτελεί ένα βασικό στοιχείο της λαϊκής αρχιτεκτονικής. Για την κατασκευή των τοίχων χρησιμοποιούνται κυρίως ακανόνιστες πέτρες της περιοχής και όλων των μεγεθών. Οι ακατέργαστες πέτρες τοποθετούνται προσεκτικά σε επάλληλες σειρές και συνδέονται με πηλό αλλά και ισοπεδώνονται με μικρά χαλίκια έτσι ώστε να δημιουργούνται στρώσεις. Αυτά τα μικρά χαλίκια προσδίδουν ένα ξεχωριστό διάκοσμο. Οι πελεκητές πέτρες που ήταν και οι πιο μεγάλες χρησιμοποιούνται στις γωνιές των σπιτιών, περιμετρικά (ή αλλιώς στις «λαμπάδες») των πόρτων και των παραθύρων.
Γενικότερα, η τοιχοποιία των σπιτιών αποτελείται από πέτρες διαφόρων μεγεθών, όπως μικρές και μεγάλες, και ειδών, όπως πλάκες και χαλίκια.

Η τοιχοποιία των σπιτιών της Λόφου αποτελεί ένα βασικό στοιχείο της λαϊκής αρχιτεκτονικής. Για την κατασκευή των τοίχων χρησιμοποιούνται κυρίως ακανόνιστες πέτρες της περιοχής και όλων των μεγεθών. Οι ακατέργαστες πέτρες τοποθετούνται προσεκτικά σε επάλληλες σειρές και συνδέονται με πηλό αλλά και ισοπεδώνονται με μικρά χαλίκια έτσι ώστε να δημιουργούνται στρώσεις. Αυτά τα μικρά χαλίκια προσδίδουν ένα ξεχωριστό διάκοσμο. Οι πελεκητές πέτρες που ήταν και οι πιο μεγάλες χρησιμοποιούνται στις γωνιές των σπιτιών, περιμετρικά (ή αλλιώς στις «λαμπάδες») των πόρτων και των παραθύρων. Γενικότερα, η τοιχοποιία των σπιτιών αποτελείται από πέτρες διαφόρων μεγεθών, όπως μικρές και μεγάλες, και ειδών, όπως πλάκες και χαλίκια.
Οι ξύλινες κατασκευές των σπιτιών της Λόφου αφορούσαν τις στέγες, τα ανώγια, το πάτωμα, τις πόρτες και τα παράθυρα. Ειδικότερα, χρησιμοποιούνταν ξύλινα δοκάρια στα πολύ στενά μακρινάρια, χοντρά σανίδια για τις πόρτες , τα οποία μερικές φορές στις εξωτερικές πλευρές χαράζονταν με ποικίλα γεωμετρικά σχήματα, αλλά και ξύλινα παραθυρόφυλλα και τζαμλίκια . Πρέπει να αναφερθεί πως στα πολύ παλιά σπίτια υπήρχαν μόνο παραθυρόφυλλα, αφού τα τζαμλίκια ήταν μεταγενέστερη προσθήκη. Το μακρινάρι είναι η πρώτη αρχιτεκτονική μορφή των σπιτιών της Λόφου, η οποία υφίσταται αλλαγές ανάλογα με τις ανάγκες της οικογένειας. Συγκεκριμένα, όταν τα μέλη της οικογένειας αυξάνονταν γινόταν επέκταση του ορθογώνιου χώρου. Μετά την επέκταση της οικίας, περί το μέσο της τοποθετούσαν μια δοκό, στην αρχή ξύλινη και αργότερα σιδερένια. Αυτή η δοκούς χώριζε το μακρινάρι σε δυο ορθογώνιους χώρους, εξ ου και η ονομασία δίχωρο. Στο εσωτερικό του δίχωρου, έβαζαν τη τσιμινιά (τζάκι), ενώ στο εξωτερικό του το φούρνο και τη «βούρνα».

Στη συνέχεια, όταν χρειάζονταν περισσότερο χώρο έχτισαν κατά μήκος του άξονα του μακριναριού, το «σώσπιτο», ένα μικρότερο δωμάτιο που αποτελούσε τον αποθηκευτικό χώρο του σπιτιού και κάποιες φορές επικοινωνούσε με το εσωτερικό του .

Εκεί υπήρχαν το «σέντε» και τα πιθάρια. Αξίζει να αναφερθεί πως πολλοί κάτοικοι της Λόφου για να ενισχύσουν τη στήριξη των σπιτιών τους έφτιαχναν καμάρες. Επιπρόσθετα, στα διώροφα σπίτια της Λόφου υπάρχουν εξωτερικές πέτρινες σκάλες.

«ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΧΡΥΣΟΛΟΦΙΤΙΣΣΑΣ»
Σε ένα λοφίσκο δυτικά της Λόφου, ορθώνεται η κύρια εκκλησία του χωριού που είναι αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Η εκκλησία αναγέρθηκε τον 19ο αιώνα. Συγκεκριμένα, από το 1854 έως και το 1872, οικοδομήθηκε το κεντρικό κτήριο της εκκλησίας. Πρόκειται για μια μονόκλιτη εκκλησία η οποία φέρει στοιχεία γοτθικής τέχνης και κύρια στη στέγη της. Το δάπεδο της είναι καλυμμένο με μικρά τετράγωνα μωσαϊκά μάρμαρα που έχουν διαστάσεις: 20 ×20 εκατοστά. Η εκκλησία έχει μήκος 30 μέτρα και 50 εκατοστά και πλάτος 13 μέτρα και 30 εκατοστά.

Το εσωτερικό του ναού κοσμούν εξαίσιες τοιχογραφίες, το επιβλητικό τέμπλο, ο δεσποτικός θρόνος, ο άμβωνας και το ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι. Οι τοιχογραφίες φιλοτεχνήθηκαν από τον Όθωνα Γιαβόπουλο (παππούς του πρώην προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Γιώργου Βασιλείου), ενώ το τέμπλο και ο δεσποτικός θρόνος από τον Ευτύχιο Λεπτουργού. Αξίζει να αναφερθεί πως η τοιχογράφηση του ναού έγινε εξ’ ολοκλήρου από τον Όθωνα Γιαβόπουλο και διήρκησε από το 1910 έως και το 1919.

Επίσης, το εσωτερικό της εκκλησίας κοσμείται με ένα μοναδικής ομορφιάς γυναικωνίτη. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην ιστοσελίδα του Συνδέσμου Αποδήμων, η ιδιαιτερότητα του γυναικωνίτη έγκειται στο ότι οι γυναίκες εισέρχονται στο γυναικωνίτη χωρίς να έρχονται σε επαφή με τους υπόλοιπους πιστούς. Συγκεκριμένα, εισέρχονται στο γυναικωνίτη από δυο μικρές πόρτες που οδηγούν σε σκαλιά που βρίσκονται στο μέσο των τοίχων. Στην εκκλησία υπάρχουν παλιές εικόνες της Παναγίας, μία του 11ου αιώνα που βρίσκεται στο ιερό και μία που σύμφωνα με τον Γκάνις είναι του 16ου αιώνα. Για την τελευταία, όπως διασώζεται από τους απόδημους της Κοινότητας, υπάρχει η παράδοση πως κάποιος αδέξιος ζωγράφος προσπάθησε να ζωγραφίσει ξανά την εικόνα της Παναγίας και τιμωρήθηκε αυστηρά από την Παναγία.

Εξωτερικά η εκκλησία κοσμείται με δυο καμπαναριά, φτιαγμένα από πέτρα, τα οποία ολοκληρώθηκαν αρχές του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα το 1910. Το πρώτο καμπαναριό είναι επιβλητικότερο από το δεύτερο. Ειδικότερα, το πρώτο καμπαναριό είναι τριστάσιο με μια βαρύγδουπη, μεγάλη καμπάνα που τα παλιά χρόνια στις μεγάλες γιορτές και τις Κυριακές ακουγόταν στα γειτονικά χωριά, όπως τη Λάνια, τις Κυβίδες και το Κοιλάνι. Σήμερα, η καμπάνα δεν είναι τόσο ηχηρή, μια και λειτουργεί με ηλεκτρισμό και η ένταση του ήχου της έχει μειωθεί. Παλαιότερα, το καμπαναριό αυτό είχε πλούσιο διάκοσμο, τέσσερις άγγελοι και οχτώ περίτεχνα λιοντάρια, από τα οποία τα τέσσερα μεταφέρθηκαν στην είσοδο της εκκλησίας και τα δυο στη βρύση του προαύλιου της χώρου. Η μετακίνηση αυτή έγινε για να επιλυθεί πρόβλημα που προκαλούσαν στο καμπαναριό. Στο παρελθόν, η καμπάνα αποτελούσε το σχολικό κουδούνι, αφού με τον ήχο της καλούσε τα παιδιά στα πρωινά και απογευματινά μαθήματα.Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία που αφορούν στην ανέγερση της εκκλησίας. Σύμφωνα με την παράδοση η εκκλησία κτίστηκε στο σημείο όπου κάποιοι βοσκοί βρήκαν το εικόνισμα της Παναγίας. Ειδικότερα, οι βοσκοί αυτοί κατοικούσαν στο Φοίνικα, σε μια περιοχή νότια της Λόφου και οδηγούσαν τα κοπάδια τους στη σημερινή θέση του χωριού. Πολλά βράδια, οι βοσκοί έβλεπαν από το καταφύγιο τους -που ήταν μια σπηλιά με το όνομα «Σπήλιος του Χατζηρούσσου»- ένα φως. Όταν αποφάσισαν να πάνε στο σημείο όπου εμφανιζόταν το φως, έψαξαν στην πυκνή βλάστηση και βρήκαν την εικόνα της Παναγίας, την οποία μετέφεραν στη σπηλιά τους. Η εικόνα, όμως, την επόμενη μέρα είχε εξαφανιστεί. Είχε μεταφερθεί εκεί όπου τη βρήκαν. Τότε, οι βοσκοί αποφάσισαν να καθαρίσουν την περιοχή όπου βρήκαν την εικόνα και να κατασκευάσουν ένα μικρό σπιτάκι. Εκεί τοποθέτησαν ένα εικόνισμα της Παναγίας και ένα καντήλι. Αργότερα, στο σημείο όπου έκτισαν το σπιτάκι ανεγέρθη η εκκλησία στα μέσα του 19ου αιώνα.
Είναι αξιοσημείωτο πως για την ανέγερση της εκκλησίας εργάστηκαν αφιλοκερδώς όλοι οι Λοφίτες. Οι μόνοι δηλαδή που πληρώνονταν ήταν οι τεχνίτες από άλλα μέρη. Ο κάθε χωριανός αναλάμβανε και μια εργασία, λόγου χάρη άλλος μετέφερε νερό, άλλος πέτρες, άλλος ασβέστη. Επικεφαλής όλων των εργασιών ήταν ο ιερέας του χωριού.

Μάλιστα διασώζεται η ακόλουθη μαρτυρία: «όταν ήρθε η σειρά κάποιου Λοφίτη προύχοντα να μεταφέρει και να πληρώσει νερό για το κτίσιμο της εκκλησίας, αυτός προτίμησε το κρασί, αφού το είχε άφθονο και η τιμή του ήταν πολύ χαμηλή».

Πηγές:
-Κοινοτικό Συμβούλιο Λόφου.
-Ιστοσελίδα Συνδέσμου Αποδήμων Λόφου: www.salofou.org
-Ιστοσελίδα Koινότητας Λόφου: www.lofou.org
-Άλλες πηγές

Εντάξει!
Ο ιστοχώρος μας χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία περιήγησής σας. Περισσότερες Πληροφορίες